Συνολικές προβολές σελίδας

Πέμπτη 13 Ιουνίου 2013

Συμβολισμός

Συμβολισμός


-Λογοτεχνικό /καλλιτεχνικό ρεύμα ή κίνημα που ξεκίνησε από τη Γαλλία γύρω στα 1880. Eπηρέασε σε μεγαλύτερο βαθμό την ποίηση και σε μικρότερο τη μουσική και τη ζωγραφική (ιμπρεσιονισμός).
-Γεννήθηκε ως αντίδραση στην ψυχρότητα του παρνασισμού και αποτελεί  κατά κάποιον τρόπο «επιστροφή» στο ρομαντισμό. Για αυτό συχνά χαρακτηρίζεται ωςνεορομαντισμός. Συνδυάζει την εσωτερικότητα και το λυρισμό του ρομαντισμού, χωρίς όμως το στόμφο και την υπερβολική αισθηματολογία.
-«Πατέρας» του συμβολισμού θεωρήθηκε ο Γάλλος ποιητής Μπωντλέρ. Στο συμβολισμό ανήκουν οι λεγόμενοι «Ποιητές της παρακμής ή Καταραμένοι ποιητές», όπως είναι ο Μαλαρμέ, Ρεμπό, Βαλερύ, Βερλέν, Λεφόργκ, κ.ά.

Τα κύρια χαρακτηριστικά του συμβολισμού

-Η ποίηση του συμβολισμού χαρακτηρίζεται από εσωτερικότητα, είναι ποίηση τηςψυχικής διάθεσης και των συναισθημάτων. Τα αντικείμενα-πράγματα του εξωτερικού κόσμου, ιδιαίτερα τα στοιχεία της φύσης, γίνονται σύμβολα και αντιστοιχούν στις εσωτερικές, στις ψυχικές καταστάσεις και διαθέσεις του ποιητικού υποκειμένου.
-Χαρακτηρίζεται από υποβλητικότητα, θολή και ρευστή ατμόσφαιρα, από ασάφεια. Οι ιδέες και τα συναισθήματα δεν λέγονται καθαρά, αλλά υποβάλλονται μέσω εικόνων-συμβόλων, υπαινίσσονται.  Είναι ποίηση υπαινικτική που γοητεύει τη φαντασία.
-Αγαπημένα θέματα και εκφραστικά μέσα των συμβολιστών:
Η απαισιοδοξία, η μελαγχολία και η θλίψη,  το ανεκπλήρωτο του έρωτα, η απώλεια και η νοσταλγία.
Εικόνες, παρομοιώσεις και μεταφορές από τις εποχές της φύσης, ιδιαίτερα τοφθινόπωρο, τα λουλούδια, η ομίχλη, οι φεγγαρόφωτες βραδιές, η τρικυμισμένη θάλασσα, κ.ά.
-Χαρακτηρίζεται από μουσικότητα. Η συμβολιστική ποίηση στηρίζεται στην ηχητική μαγεία των λέξεων. Οι πρώτοι συμβολιστές ποιητές προτιμούν τις ολιγοσύλλαβες λέξεις και τους ολιγοσύλλαβους στίχους. Χρησιμοποιούν επαναλήψεις λέξεων ή φράσεων ή στίχων. Επαναλαμβανόμενα μουσικά μοτίβα.
-Βαθμιαία και σταδιακά οι συμβολιστές ποιητές απομακρύνονται από τη μορφή της παραδοσιακής ποίησης (μέτρο, στροφές με ίσο αριθμό στίχων, ισοσύλλαβο στίχο, ομοιοκαταληξία) και μεταβαίνουν προς τη νεωτερική ποίηση και το μοντερνισμό. Ο στίχος τους «απελευθερώνεται», γίνεται «απελευθερωμένος» και αργότερα «ελεύθερος.

Ο νεοελληνικός συμβολισμός

- Η πρώτη ομάδα Ελλήνων συμβολιστών ποιητών ανήκει στη Νέα Αθηναϊκή Σχολή και αντλεί από τη γενιά του 1880, του Κωστή Παλαμά. Ο ίδιος ο Κωστής Παλαμάς μεταβαίνει προς το συμβολισμό. Στην Ελλάδα ποιητικά έργα με εμφανή τα χαρακτηριστικά του συμβολισμού εμφανίζονται στη δεκαετία του 1890. Ένας από τους εισηγητές και θεμελιωτές του νεοελληνικού συμβολισμού θεωρείται ο Κωνσταντίνος Χατζόπουλος. Άλλοι ποιητές που πέρασαν στο συμβολισμό: Λ. Πορφύρας, Μ. Μαλακάσης, Ι. Γρυπάρης (ο οποίος έγραψε και παρνασικά ποιήματα), κλπ.
- Η δεύτερη ομάδα Ελλήνων συμβολιστών εμφανίζεται γύρω στη δεκαετία 1910-1920, ανήκει στην περίοδο του Μεσοπολέμου. Η ποίησή τους χαρακτηρίζεται από έντονη απαισιοδοξία, είναι ποίηση του αδιέξοδου και του ανικανοποίητου, της παρακμής.
 Κ. Γ. Καρυωτάκης, Κ. Ουράνης, P. Φιλύρας, Μ. Παπανικολάου, Τ. Άγρας, Ναπολέων Λαπαθιώτης, Μαρία Πολυδούρη, Τ. Κ. Παπατσώνης, κλπ.


Ρομαντισμός

Ρομαντισμός


Τι είναι ο ρομαντισμός

ƒ Ο ρομαντισμός είναι ένα από τα σημαντικότερα πνευματικά και καλλιτεχνικά κινήματα όλων των εποχών. Εκδηλώθηκε και κυριάρχησε στην ευρωπαϊκή λογοτεχνία, στην Αγγλία, τη Γερμανία και τη Γαλλία, από τα τέλη του 18ου αιώνα έως τα μέσα του 19ου αιώνα. Με κάποια καθυστέρηση εμφανίζεται και σε άλλες ευρωπαϊκές χώρες, μεταξύ των οποίων και η Ελλάδα.
ƒ Ρομαντικοί Άγγλοι ποιητές: Σέλλεϋ, Κητς, Μπάιρον (ο Λόρδος Βύρων), κ.ά.
Ρομαντικοί Γερμανοί συγγραφείς: H ομάδα «Sturm und Drang» («Θύελλα και Ορμή»), Σίλλερ, Γκαίτε, κ.ά. Ρομαντικοί Γάλλοι συγγραφείς: Βίκτωρ Ουγκό, Λαμαρτίν, Σατομπριάν, κ.ά.
ƒ Εκτός από τη λογοτεχνία, ο ρομαντισμός επηρέασε και τις άλλες τέχνες, όπως τη ζωγραφική(Ντελακρουά, Ζερικώ, Τέρνερ, Φρίντριχ, κ.ά.) και τη μουσική (Μπετόβεν, Μπερλιόζ, Σοπέν, Λιστ, Βέρντι, Μέντελσον, Βάγκνερ, κ.ά.).
ƒ Ο ρομαντισμός εκδηλώθηκε ως αντίδραση στον ορθολογισμό του διαφωτισμού και αποτέλεσε έκφραση της απελευθέρωσης της φαντασίας και των προσωπικών συναισθημάτων.
ƒ Ο ρομαντισμός ξεφεύγει από τα πλαίσια της τέχνης και διαμορφώνει μια στάση ζωής.

Τα χαρακτηριστικά του ρομαντισμού

Ο ρομαντισμός χαρακτηρίζεται κυρίως από
-την άρνηση του ορθολογικού πνεύματος του διαφωτισμού και την αμφισβήτηση της τυποποίησης του κλασικισμού,
- τη στροφή προς την αδέσμευτη, μερικές φορές αχαλίνωτη, φαντασία και το συναίσθημα, 
-το απόλυτο, το συγκινησιακό, το ιδανικό και το υπερβολικό ελκύουν τον ρομαντικό καλλιτέχνη.
-την επιστροφή στη φύση και το παρελθόν,
-από διάθεση απαισιοδοξίας και μελαγχολίας καθώς και νοσταλγία για τα περασμένα,
- την τάση για το παράδοξο, το υπερφυσικό και το εξωτικό, το μυστηριώδες, το όνειρο, το ασαφές και το συγκεχυμένο.

 Ως προς τη μορφή και τα εκφραστικά μέσα, τα ρομαντικά κείμενα χαρακτηρίζονται από
- ελευθερία στη μορφή, ποικίλα εκφραστικά μέσα και κυρίως δυνατές εικόνες,
-από έντονο ρυθμό,
-συνήθως έχουν στροφές, μέτρο και ομοιοκαταληξία.

Ως προς τη θεματογραφία, οι ρομαντικοί δείχνουν ιδιαίτερη προτίμηση
-στην έκφραση προσωπικών συναισθημάτων του «εγώ» του ήρωα ή του δημιουργού,
-στην προσωπική εμπειρία της φύσης,
- στο θεό και τη θρησκευτικότητα,
-στις περιπέτειες, στον ηρωισμό και στους αγώνες για την ελευθερία,
-στον έρωτα που συνήθως παρουσιάζεται εξιδανικευμένος, μελαγχολικός, ανολοκλήρωτος και καταδικασμένος,
-στο θάνατο και το πένθος,
-σε θέματα από τους μεσαιωνικούς ευρωπαϊκούς θρύλους (π.χ. οι ιστορίες του ιππότη Λάνσελοτ και του βασιλιά Αρθούρου), την παράδοση και την εθνική ιστορία των λαών,
-σε υποβλητικά σκηνικά, όπως τα νυχτερινά φεγγαρόλουστα τοπία, σκιερά δάση, μυστηριώδεις λίμνες και ποτάμια, θάλασσα, άνεμος, ομίχλη, φυσικά τοπία σ’ όλες τις εποχές του χρόνου, τα ερείπια και οι αρχαιολογικοί χώροι, τα νεκροταφεία και οι τάφοι.

Για τον ελληνικό ρομαντισμό

-Ο ελληνικός ρομαντισμός εκφράστηκε από τους Φαναριώτες ή τη λεγόμενη Παλαιά Αθηναϊκή Σχολή κατά την περίοδο 1830-1880.
-Οι Φαναριώτες, οι οποίοι κατάγονταν από το Φανάρι της Κωνσταντινούπολης, είχαν γαλλική παιδεία και εισάγουν στη νεοελληνική λογοτεχνία τη λόγια (καθαρεύουσα) γλώσσα και το ρομαντισμό.

-Ο ελληνικός ρομαντισμός έχει τα χαρακτηριστικά του ευρωπαϊκού ρομαντισμού, αλλά διαμορφώνει και κάποια ιδιαίτερα χαρακτηριστικά:
- στροφή προς το ένδοξο αρχαίο παρελθόν, αλλά και το πρόσφατο, πατριωτική έξαρση και υμνολογία για τον ηρωικό αγώνα εναντίον των Τούρκων,
-μελαγχολική διάθεση και απαισιοδοξία, θέματα πένθους και θανάτου που φθάνουν στην υπερβολή,
- χρήση της καθαρεύουσας,
-ψυχρότητα,
- ύφος ρητορικό, πομπώδες και στόμφος που σήμερα ενοχλεί.

Εκπρόσωποι του ελληνικού ρομαντισμού: Αλέξανδρος και Παναγιώτης Σούτσος, Αλέξανδρος Ρίζος Ραγκαβής, Γεώργιος Ζαλοκώστας, Θεόδωρος Ορφανίδης, Ιωάννης Καρασούτσας, Σπυρίδων Βασιλειάδης, Δημοσθένης Βαλαβάνης, Δημήτριος Παπαρρηγόπουλος, Αχιλλέας Παράσχος, κάποια ποιήματα του Γεωργίου Βιζυηνού, κ.ά.

Επισήμανση: Δεν χρησιμοποιούν πάντα την καθαρεύουσα. Μερικές φορές γράφουν και σε δημοτική.

Θεωρείται ότι ο ρομαντισμός εισβάλλει στη νεοελληνική λογοτεχνία με το πολύστιχο δραματικό ποίημα (είναι θεατρικό κείμενο με διαλόγους) του Παναγιώτη Σούτσου Οδοιπόρος (1831).

Προσοχή!
 Στοιχεία ρομαντισμού μπορούμε να βρούμε και στην ποίηση ορισμένων ποιητών της Επτανησιακής Σχολής, όπως είναι ο Διονύσιος Σολωμός, ο Ανδρέας Κάλβος και ο Αριστοτέλης Βαλαωρίτης. Σ’ αυτούς μάλιστα τους ποιητές έχουμε υγιή και γόνιμη έκφραση των ρομαντικών στοιχείων.


Τα συνηθέστερα σχήματα λόγου

Τα συνηθέστερα σχήματα λόγου

Από τα παραπάνω σχήματα λόγου, τα ακόλουθα εμφανίζονται με μεγαλύτερη συχνότητα και έχουν ιδιαίτερη λειτουργία σε ένα αφηγηματικό κείμενο:

Κύκλος / Κυκλικό σχήμα
Κατά το σχήμα του κύκλου μια φράση αρχίζει και τελειώνει με την ίδια λέξη, είναι δυνατό όμως και ένα ολόκληρο αφήγημα να αρχίζει και να τελειώνει με την ίδια φράση. Σε αυτή την περίπτωση μιλάμε για κυκλική δομή του αφηγήματος.

Αποσιώπηση
Κατά την αποσιώπηση παραλείπουμε μια λέξη ή συνήθως μια ολόκληρη φράση από φόβο, οργή, αγανάκτηση, ντροπή κτλ. Η αποσιώπηση συχνά φανερώνει ζωηρή συγκίνηση και αποβλέπει στον προβληματισμό του αναγνώστη ή στη δημιουργία εντυπώσεων.

Επανάληψη
Σε ένα κείμενο μπορούμε να εντοπίσουμε λέξεις ή φράσεις που επανέρχονται αυτούσιες ή ελαφρά παραλλαγμένες, για να δώσουν έμφαση σε μια έννοια ή κατάσταση.

Μεταφορά
Στη λογοτεχνία, μια λέξη μπορεί να χρησιμοποιείται κυριολεκτικά ή μεταφορικά, δηλαδή η σημασία της διευρύνεται και μεταφέρεται σε μια άλλη έννοια. Η μεταφορά μοιάζει με την παρομοίωση, απουσιάζει όμως το «σαν» ή το «όπως». Η μεταφορική χρήση των λέξεων προσδίδει πλούτο, βάθος και δύναμη στο λόγο, ζωντάνια και εκφραστικότητα.

Παρομοίωση
Είναι ο παραλληλισμός ή η σύγκριση δύο προσώπων, πραγμάτων ή αφηρημένων εννοιών, που γίνεται για να φωτιστεί η σημασία του πρώτου συγκρινόμενου στοιχείου μέσω της αντιπαραβολής του με κάτι πιο συγκεκριμένο και σαφές. Συχνά ο σκοπός της παρομοίωσης είναι συνθετότερος: χρησιμοποιείται για να προβληθούν οι βαθύτερες σχέσεις μεταξύ των πραγμάτων ή για να αποκαλυφθεί μια νέα διάσταση ανάμεσα σε δύο συγκρινόμενες καταστάσεις. Η παρομοίωση μοιάζει με τη μεταφορά, αλλά, κατά τον Αριστοτέλη, είναι αισθητικά αμεσότερη και ελκυστικότερη και έχει μεγαλύτερη πυκνότητα.

Προσωποποίηση
Η προσωποποίηση χαρίζει ζωντάνια και κίνηση σε άψυχα αντικείμενα ή αφηρημένες έννοιες και κάνει το λόγο ζωντανό, παραστατικό και πρωτότυπο.

Υπερβολή
Με την υπερβολή μεγεθύνεται μια κατάσταση ή μεγαλοποιείται ένα συναίσθημα. Στόχος της υπερβολής είναι να προβληθεί εντονότερα μια κατάσταση, να αποκτήσει έμφαση και ζωντάνια το κείμενο και να δημιουργηθούν ισχυρές εντυπώσεις.

Αντίθεση
Με την αντίθεση συσχετίζονται ή συνδυάζονται δύο έννοιες, πράγματα ή καταστάσεις ανόμοιες, με στόχο την έκφραση ζωηρών συναισθημάτων. Η αντίθεση είναι ένα αριστοτεχνικό μέσο για την αντιπαραβολή δύο λέξεων ή φαινομένων, τα οποία μέσα από την αντιδιαστολή τους φωτίζουν τις αντίπαλες δυνάμεις που συχνά συνυφαίνονται και εναρμονίζονται στην ανθρώπινη ζωή. Επίσης, με την αντίθεση ο συγγραφέας κάνει αισθητές τις ακραίες και δραματικές καταστάσεις που διέπουν την ανθρώπινη ύπαρξη. Η αντίθεση μπορεί να εκφράζεται είτε με δύο λέξεις ή δύο φράσεις είτε και με δύο μεγάλα τμήματα του λόγου (προτάσεις, περιόδους παραγράφους).

Ειρωνεία
Η ειρωνεία ως σχήμα λόγου είναι η συνειδητή χρήση μιας διφορούμενης γλώσσας από τον ομιλητή, όταν δηλαδή ο αφηγητής εννοεί κάτι διαφορετικό από αυτό που εκφράζουν οι λέξεις. Η έννοια της ειρωνείας χρησιμοποιείται συχνά με κάποια σημασιολογική κλιμάκωση: χαριεντισμός, αστεϊσμός, ειρωνεία, σαρκασμός, χλευασμός. Με τον όρο «ειρωνεία» μπορεί να εννοείται και η τραγική ειρωνεία, όταν ο ήρωας αγνοεί μια πραγματικότητα ή μια αλήθεια που γνωρίζουν οι αναγνώστες.
Στην πεζογραφία συναντάμε και την «ειρωνεία της τύχης», όταν η αιφνίδια μεταβολή μιας κατάστασης ανατρέπει την πορεία ενός ανθρώπου. Η ειρωνεία προσδίδει συχνά μια κωμική νότα στο λόγο, συνήθως όμως αποκαλύπτει την απογοήτευση και την αγανάκτηση ενός ανθρώπου για μια συγκεκριμένη πραγματικότητα.

Οξύμωρο: όταν συνεκφέρονται δύο έννοιες αντιφατικές, οι οποίες στην πραγματικότητα είναι ασυμβίβαστες και ασυνδύαστες, ώστε η μία ν' αποκλείει την άλλη.
-Σπεύδε βραδέως.
     
Έμφαση: όταν τοποθετούμε ορισμένες λέξεις, στις οποίες πέφτει το μεγαλύτερο βάρος του λόγου, σε τέτοια θέση, ώστε η προσοχή του αναγνώστη να εστιάζεται σ' αυτές.
-Ω, κακό που με βρήκε μεγάλο! / Το παιδί μου, γιατρέ, το παιδί μου!

Αλληγορία: είναι μια μεταφορική φράση που κρύβει διαφορετικό νόημα από αυτό που δηλώνουν οι λέξεις της. Διαφέρει από τη μεταφορά γιατί δεν περιορίζεται σε μια λέξη, αλλά αποτελεί συνεχές όλο.
-Τ' άσπρισε τα γένια του ο Αϊ-Νικόλας (αντί: χιόνισε του Αγίου Νικολάου).

Μετωνυμία: όταν το όνομα του δημιουργού χρησιμοποιείται αντί για το δημιούργημα, αυτό που περιέχει κάτι αντί για το περιεχόμενο κτλ. Στη μετωνυμία χρησιμοποιείται:
α) η αιτία αντί για το αποτέλεσμα και κατ' ακολουθία ο δημιουργός αντί για το δημιούργημα, ο συγγραφέας αντί για το έργο, ο εφευρέτης αντί για την εφεύρεση κτλ.
-ο Ήφαιστος (αντί: η φωτιά)
-ο Όμηρος (αντί: η Ιλιάδα και Οδύσσεια)
β) το αποτέλεσμα αντί για την αιτία:
-Η αδικία τιμωρείται ( αντί: ο άδικος).
γ) το περιεχόμενο αντί γι' αυτό που περιέχει κάτι και αντίστροφα:
-Οι Κορίνθιοι καταστράφηκαν από το σεισμό (αντί: η Κόρινθος).
-Η Αθήνα γλεντάει (αντί: οι Αθηναίοι).
δ) το αφηρημένο αντί για το συγκεκριμένο και αντίστροφα:
-το δίκαιο (αντί: οι δικαστές).
-Οι καλλιτέχνες προάγουν τη ζωή (αντί: η καλλιτεχνία).

Συνεκδοχή: όταν μια λέξη δε σημαίνει κυριολεκτικά εκείνο που κατά πρώτο λόγο φαίνεται, αλλά κάτι άλλο σχετικό. Οι κυριότερες περιπτώσεις της συνεκδοχής είναι:
α) το μέρος αντί για το όλο:
-Κάθε βρύση και φλάμπουρο, κάθε κλαδί και κλέφτης (αντί: κάθε δέντρο).
β) το ένα αντί για τα πολλά:
-Τούρκος το τριγυρίζει χρόνους δώδεκα (αντί: Τούρκοι).
γ) η ύλη αντί για εκείνο που έχει κατασκευαστεί από την ύλη:
-Να τρώει η σκουριά το σίδερο κι η γης τον ανδρειωμένο (αντί: τα σιδερένια όπλα)
δ) το όργανο αντί για την ενέργεια που παράγεται από αυτό:
-Πάρε το μάτι του αϊτού και τα' αλαφιού το πόδι (αντί: την εξυπνάδα και την ταχύτητα)
ε) Το εικονιζόμενο πρόσωπο αντί για την εικόνα του:
-Φλωριά ρίχνουν στην Παναγιά, φλωριά ρίχνουν στους άγιους (αντί: στην ει

Άρση και θέση: όταν πρώτα λέγεται τι δεν είναι κάτι ή τι δε συμβαίνει και αμέσως μετά τι είναι ή τι συμβαίνει.
-Εγώ δεν είμαι Τούρκος ουδέ Κόνιαρος, / είμαι καλογεράκι απ' ασκηταριό.
 Πλεονασμός: ένα νόημα εκφράζεται με περισσότερες λέξεις από όσες χρειάζονται.
-Να μην το ξανακάνεις πάλι.

Υπαλλαγή: όταν ο επιθετικός προσδιορισμός μιας γενικής κτητικής πηγαίνει ως επιθετικός προσδιορισμός στο όνομα που προσδιορίζει η γενική.

Ασύνδετο: όταν όροι πρότασης ή προτάσεις μπαίνουν η μία μετά την άλλη χωρίς σύνδεσμο.
-Δυσκολοχώριστα, πουλιά, αγόρια, ανθοί, κοράσια, / τα λόγια στα φιλιά απαλά, τα στόματα κεράσια.

Πολυσύνδετο: όταν αλλεπάλληλες λέξεις ή προτάσεις συνδέονται με το και ή το δε.
-Κι η προσευχή κι ο πειρασμός κι η δύναμη κι η αστένια.

Παρήχηση: όταν ένας συγκεκριμένος φθόγγος (προπαντός σύμφωνο) επαναλαμβάνεται σε μια φράση.
-Ο σιγαλός αιγιαλός εγέλα γάλα όλος àεπανάληψη του γ και του λ.
-Ανάκουστος κελαϊδισμός και λιποθυμισμένος àεπανάληψη του σ.
   
Υπερβατό: όταν μια λέξη ή φράση παρεμβάλλεται ανάμεσα σε δύο όρους που έχουν μεταξύ τους στενή λογική και συντακτική σχέση.
-Άκρα του τάφου σιωπή στον κάμπο βασιλεύει.

-Πίνω το ωριοστάλαχτο της πλάκας το φαρμάκι.

Οι τεχνοτροπίες ( Τα λογοτεχνικά ρεύματα και κινήματα)

Οι τεχνοτροπίες ( Τα λογοτεχνικά ρεύματα και κινήματα)

 
   Λογοτεχνικό κίνημα λέγεται μια ομάδα επαναστατημένων λογοτεχνών με ορισμένο πρόγραμμα που αγωνίζονται να το επιβάλλουν, όπως π.χ. οι ντανταϊστές, οι φουτουριστές κ.α.Λογοτεχνικά ρεύματα λέγονται οι τεχνοτροπίες, οι αισθητικές παρουσιάσεις των έργων της λογοτεχνίας. Οι επιστημονικές, οι φιλοσοφικές και οι κοινωνικοοικονομικές αντιλήψεις των λογοτεχνικών συγγραφέων ή οι διαμορφωτικοί παράγοντες που επηρεάζουν το συγγραφέα ή τον κάθε δημιουργό στην αισθησιακή παρουσίαση του έργου του.
   Σπάνια ένα σπουδαίο έργο ανήκει αποκλειστικά σε μια μόνο σχολή ή τεχνοτροπία. Τη λογοτεχνία σήμερα επηρεάζουν τα εξής ρεύματα, τα οποία άρχισαν να διαμορφώνονται από τον 18ο - 19ο αι. μ.Χ. στο εξωτερικό:


1) Ο κλασικισμός. 

   Είναι η μορφή της λογοτεχνίας, που θεωρεί ως ιδανικό την ελληνική ρωμαϊκή αρχαιότητα. Θέλει να ξαναγυρίσουμε στα αρχαία πρότυπα και ιδανικά, την τελειότητα. Στον κλασικισμό η λογική κυριαρχεί πάνω στο συναίσθημα και τη φαντασία. Η έκφραση έχει πάντα την πληρότητα την αρτιότητα, την κυριολεξία, το φυσικό και το απέριττο. Επιδιώκεται το τέλειο, το αρμονικό, το πλαστικό και η ισορροπία. Ο όρος «κλασικισμός» προέρχεται από τη λατινική λέξη classicus που σημαίνει αυτός που κατατάσσεται σε μια εξέχουσατάξη (class), ο πλούσιος ρωμαίος, όταν κατέχει πάνω από 120 000 ασσάρια.
   Κλασικό ονομάζουμε ένα εξέχον έργο, κάθε τι που διαθέτει ανεξάντλητη δύναμη αντίστασης στην πάροδο και την καταλυτική επίδραση του χρόνου, που αντέχει στην κριτική όλων των ανθρώπων και αναγνωρίζεται ως τέλειο, έξοχο και πρότυπο, άξιο μεγάλης προσοχής και βαθύτατου σεβασμού, όπως π.χ. ο Παρθενώνας, τα αγάλματα του Φειδία, του Πραξιτέλη κ.α., αλλά και η μουσική του Μπετόβεν, τα έργα του Σαίξπηρ κ.α.
Κλασσικοί Γάλλοι συγγραφείς: Ρονσάρ, Λαφονταίν, Μολιέρος, Ρακίνας κ.α.,Γερμανοί: Γκαίτε, Σίλλερ, Λέσιγκ κ.α. Ελλάδα: Α. Κάλβος


2) Ο ρομαντισμός. 
  
   Ρομαντισμός λέγεται η λογοτεχνική πνευματική κίνηση που δημιουργήθηκε αρχές 19ου αι. σ’ αντίθεση του διαφωτισμού και του κλασικισμού και εκφράζει τη ρομαντική διάθεση. Είναι η λογοτεχνική εκείνη τεχνοτροπία και γενικότερα η ιδιαίτερη εκείνη μορφή της ζωής, κατά την οποίαν κυριαρχούν το συναίσθημα, η φαντασία, η εξιδανίκευση των πραγμάτων, η άρνηση της πραγματικότητας και η ατονία της λογικής.
   Ο όρος ρομαντισμός προέρχεται από τη λέξη roman των ρωμανικών γλωσσών (Γαλλικής Ισπανικής, Ιταλικής κ.α.) που σημαίνει επική ή ερωτική ποίηση, όμως η λέξη roman είναι παράγωγη από την ελληνική λέξη “έρως” > ιταλικά romanzo = διήγημα, εποποιία, μυθιστόρημα… με ερωτική ιστορία, το ειδύλλιο).
   Ρομαντικό λέγεται ένα έργο, όταν περιγράφει πρόσωπα, τοπία… με ονειρώδη, ειδυλλιακή αίσθηση και διάθεση, όταν τα βλέπει όμορφα και ωραία και γενικά όπως ο ερωτευμένος. Ο ρομαντικός συγγραφέας διαλέγει τα τοπία των πράξεων του έργου να είναι πάρα πολύ γραφικά, ωραία, όμορφα, ήρεμα… ως αυτά που διαλέγουν οι ερωτευμένοι (π.χ. ωραίες κοιλάδες, αρχαιολογικοί χώροι, αξιοθέατα, γραφικές ταβέρνες, απόμερα και ήσυχα μέρη…). Ομοίως χρησιμοποιεί λόγια (γλώσσα) τρυφερά, γλυκά, αγνά, όπως αυτά που λένε οι πολύ ερωτευμένοι. Ομοίως ως πρόσωπα του έργου (βασικοί ήρωες) φέρει άτομα ωραία, λεπτά, τρυφερά, αγνά… στην εμφάνιση και χαρακτήρα. Στο ρομαντισμό είναι έντονα η αίσθηση της εθνικής ζωής και το βαθύ θρησκευτικό συναίσθημα. Τα θέματα που απασχολούν τους ρομαντικούς ποιητές είναι αυτά που τονίζουν τα εθνικά στοιχεία και την εθνική ζωή, τα θρησκευτικά, τα πατριωτικά, τα ιπποτικά, τα ερωτικά κ.τ.λ. γεγονότα.
Γάλλοι ρομαντικοί: Σατωβριάνδος, Ουγκώ, Λαμαρτίνος, Μυσέ, Δουμάς κ.α.
Άγγλοι ρομαντικοί: Γ. Σκώτ, Σέλλεϋ, Μπάιρον, Κόλλεριτζ κ.α.
Έλληνες: A. Βαλαωρίτης

3) Ο ρεαλισμός.
  
    Ρεαλισμός λέγεται η λογοτεχνική πνευματική κίνηση που γεννήθηκε μέσα 19ου αι. και εκφράζει την πραγματικότητα, την αντιρομαντική και αντιιδεαλιστική διάθεση. Ο όρος «ρεαλισμός» προέρχεται από τη λατινική λέξη res που σημαίνει το πράγμα, το αντικείμενο, realismus = η πραγματικότητα, ο αντικειμενισμός, η αλήθεια, o πραγματισμός, η πραγματοκρατία. Ρεαλιστικό λέγεται ένα έργο, όταν παρουσιάζει, περιγράφει, απεικονίζει κ.τ.λ. τα πρόσωπα του έργου, τις πράξεις τους κ.τ.λ. ως έχουν πραγματικά και όχι με ωραιοποιήσεις, εξογκώσεις και εξιδανικεύσεις ως επιβάλλει η αισθητική του ρομαντισμού ή μεκακοποιήσεις, αδιαφορία και δυσφορία, όπως επιβάλλει ο ιδεαλισμός. Όταν ο συγγραφέας απεικονίζει την πραγματικότητα ή όταν περιγράφει και τον εσωτερικό και τον εξωτερικό κόσμο των προσώπων του έργου, καλό ή κακό, με κριτική αισθησιακή.
   Τα βασικά χαρακτηριστικά του ρεαλισμού είναι:
α) ο ρεαλισμός δείχνει μια τάση για αντικειμενικότητα,
β) αφήνει τα γεγονότα να μιλήσουν από μόνα τους,
γ) επιλέγει θέματα κοινά, από την καθημερινή ζωή και πραγματικότητα,
δ) παρουσιάζει κοινές εμπειρίες.
   Ρεαλιστικά στοιχεία συναντάμε σε μεγάλους συγγραφείς όλων των εποχών, όμως η ουσιαστική διαμόρφωση της τεχνοκρατίας αυτής συμπίπτει με την ανάπτυξη των φυσικών επιστημών, της θετικής φιλοσοφίας και της λατρείας της επιστήμης, που αρχίζουν να κυριαρχούν από τα μέσα του ιθ’ αιώνα. Τότε ο ρεαλισμός παρουσιάζεται σαν οργανωμένη θεωρία και σχολή.
   Ο ρεαλισμός διαφέρει ριζικά τόσο από τον κλασικισμό, όσο και από το ρομαντισμό. Με τον πρώτο έχουν βέβαια σαν κοινό στοιχείο την αντικειμενική αναπαράσταση προσώπων, πραγμάτων και καταστάσεων, χωρίς την προσωπική επέμβαση του συγγραφέα, αλλά διαφέρουν βασικά στο σκοπό, τα μέσα και την τεχνική. Οι ρεαλιστές μυθιστοριογράφοι δεν προβάλουν ηρωικά κατορθώματα και περιπέτειες, αλλά συνηθισμένες πράξεις και καθημερινά θύματα της κοινωνίας. Ο ρεαλιστής συγγραφέας διαλέγει τα θέματα του να είναι από τη σύγχρονη, καθημερινή ζωή. Οι ήρωες δεν τον απασχολούν, πρωταγωνιστές είναι οι κοινοί άνθρωποι και ο κοινωνικός περίγυρος. Δεν επιδιώκει την εξιδανίκευση, αλλά την πιστή αναπαράσταση της πραγματικότητας, γι’ αυτό η μορφή του είναι περιγραφική και λεπτομερειακή, χωρίς λυρικές εξάρσεις και εξωραϊσμούς. Έτσι το ύφος του είναι απλό και ξερό, δεν επιθυμεί να γοητεύσει, αλλά να πείσει.
   Ο ρεαλισμός αντιτίθεται στην υπερβολή της φαντασίας, του συναισθήματος και της ονειροπόλησης και δε χρησιμοποιεί τον πλούσιο και, πολλές φορές, υπερφορτωμένο λόγο του ρομαντισμού. Κάποτε οι λογοτέχνες, για να αποδώσουν ρεαλιστικά ορισμένες καταστάσεις ζωής και συμπεριφοράς, δε διστάζουν να απεικονίσουν εξονυχιστικές λεπτομέρειες σχετικές με ερωτικές σχέσεις, τη βία και τις σεξουαλικές διαστροφές (Λαίδη Τσάτερλι του Λόρενς, Λολίτα του Ναμπόκοφ κ.α.), κάτι που δεν κάνει ο ρομαντισμός.

4) Ο νατουραλισμός. 
  
   Ο θεμελιωτής του νατουραλισμού είναι ο Εμίλ Ζολά ανάμεσα στα χρόνια 1860 – 1880. Ο όρος «νατουραλισμός» προέρχεται από τη λατινική λέξη natura που σημαίνει η φύση, naturalismus = η φυσιοκρατία, η φυσικότητα. Ο νατουραλισμός είναι κάτι πιο πάνω από το ρεαλισμό. Οι νατουραλιστές παρατηρούν και περιγράφουν ανθρώπους ψυχρά, αμέτοχα, όπως ένα αντικείμενο, ένα ζώο ή μια μηχανή. Επηρεασμένοι από τη δαρβινική θεωρεία υποβιβάζουν τον άνθρωπο στην κατάσταση του ζώου. (Βλέπε το «Ανθρώπινο κτήνος», του Ζολά). Η τεχνοκρατία αυτή επιδιώκει την άμεση και πιστή εφαρμογή της φύσεως και της πραγματικότητας, άσχετα αν τα πράγματα έχουν ατέλειες και ασχήμιες. Έχει περιγραφικό χαρακτήρα, δηλ. παρατηρεί και καταγράφει τα πράγματα όπως ακριβώς είναι και όπως βρίσκονται. Απεικονίζει φωτογραφικά τα γεγονότα, επιπόλαια και με ρηχότητα. Μελετά την ανθρώπινη ψυχή και βρίσκει τα κίνητρα και τους κόσμους της. Προσέχει κυρίως τις κακές και παθολογικές στιγμές της ζωής τις οποίες παρακολουθεί και καταγράφει. Ο νατουραλισμός έχει όλα τα στοιχεία του ρεαλισμού, υπερτονισμένα, όμως σε σημεία υπερβολής. Η όψη του κόσμου που παρουσιάζει είναι ζοφερή κι η εικόνα του ανθρώπου θλιβερή κι απογοητευτική, καθώς αυτός περιγράφεται σωματικά και ψυχικά ατελής και αδύναμος, δημιούργημα της κληρονομικότητας και του περιβάλλοντος

5) Ο παρνασσισμός. 

   O Παρνασσισμός είναι μια τεχνοτροπία, που πρωτογεννήθηκε στη Γαλλία και σήμερα είναι σε παρακμή. Παρνασσιακοί ονομάστηκαν οι νέοι ποιητές που ποιήματά τους δημοσιεύθηκαν σε μια κοινή συλλογή το 1886 στο Παρίσι με τον τίτλο «Σύγχρονος Παρνασσός». Η τεχνοτροπία αυτή επανέφερε στην τέχνη την κλασσική ισορροπία, τη συμπύκνωση των νοημάτων, τη γαλήνη και την ακρίβεια, όπως ο κλασικισμός. Θέλει την αυστηρή τήρηση των στιχουργικών κανόνων και αποδίδει μεγάλη σημασία στην εξωτερική μόρφωση της ποίησης. Κυριότεροι αντιπρόσωποι της τεχνοτροπίας αυτής υπήρξαν οι: Λεκόντ Ντελίλ, Θεόφιλος Γκωτιέ .




6) Ο συμβολισμός. 

   Η τεχνοκρατία αυτή παρουσιάστηκε στο τέλος του ΙΘ αιώνα στη Γαλλία σαν αντίδραση στο ρομαντισμό, στο νατουραλισμό και στον παρνασσισμό. Η ονομασία αυτή δόθηκε γιατί στη νέα τούτη τεχνοτροπία ο καλλιτέχνης προσπαθεί να εκφράσει τα πιο βαθιά συναισθήματα, ακόμη και τις πιο λεπτές τους αποχρώσεις, με τη βοήθεια συμβόλων παρμένων από τον υλικό και τον πνευματικό κόσμο. Οι συμβολιστές είναι κυρίως ποιητές που επιζητούν να δημιουργήσουν μια ποίηση, στην οποία οι λέξεις θα έχουν μια υποβλητική μουσικότητα. Οι συμβολιστές ποιητές γέννησαν τον ελεύθερο στίχο.
   Ο συμβολισμός πίσω από κάθε φυσικό αντικείμενο, καλλιτέχνημα ή φαινόμενο, βλέπει μια ιδέα, μια ψυχική και πνευματική ζωή. Ο υλικός κόσμος για το συμβολιστή είναι σύμβολο, εικόνα, ή μορφοποίηση του νοητού κόσμου των ιδεών. Κύρια χαρακτηριστικά του συμβολισμού είναι: o ρεμβασμός, η μουσικότητα, η φευγαλέα εντύπωση και η υπερβολή. Για να το επιτύχει αυτό, χρησιμοποιεί τη γλωσσική ελευθερία και τη νοηματική ασάφεια. Κύριος θεμελιωτής του συμβολισμού είναι ο Γάλλος Βερλαίν και ο πρόδρομός του Μπωντλαίρ. Εκπρόσωπος του συμβολισμού στην Ελλάδα είναι ο Κ. Χατζόπουλος.

7) Ο σ(ο)υρεαλισμός ή υπερρεαλισμός. 

Η τεχνοκρατία αυτή αποβλέπει στην υπέρβαση του πραγματικού και αισθητού κόσμου, ζητώντας την παράσταση και εξωτερίκευση των υποσυνειδήτων ενεργειών της ψυχής και των ονειρικών εντυπώσεων. Δεν τηρεί τάξη, ακρίβεια, ενότητα, συμφωνία και συμμετρία. Παρουσιάζει τα πράγματα και τις ιδέες πολύ τολμηρά, πιο πέρα απ’ όσο βρίσκονται στην πραγματικότητα. Κυριότεροι εκπρόσωποι του σουρεαλισμού στη Γαλλία υπήρξαν:                                                                                      ο Μπρετόν, ο Ελυάρ, ο Αραγκόν. Στην Ελλάδα ο Εμπειρίκος και ο Εγγονόπουλος. 

8) Ο ιδεαλισμός.
  
   Είναι η τεχνοτροπία εκείνη κατά την οποία ο λογοτέχνης επιδιώκει την εξιδανίκευση της πραγματικότητας με την αναπαράσταση του ιδεώδους κάλλους.


Αφηγηματικές τεχνικές - αφηγηματικοί τρόποι

Αφηγηματικές τεχνικές - αφηγηματικοί τρόποι

Αφηγηματικές  τεχνικές

Οι λειτουργίες του αφηγητή

   O αφηγητής μπορεί να είναι πρόσωπο της αφήγησης, με πρωταγωνιστικό ή δευτερεύοντα ρόλο, ή μπορεί να είναι αμέτοχος στα γεγονότα. Αν συμμετέχει στην ιστορία (είτε ως βασικός ήρωας είτε ως απλός παρατηρητής ή αυτόπτης μάρτυρας), τον ονομάζουμε «ομοδιηγητικό αφηγητή». Σ’ αυτή την περίπτωση ο αφηγητής αφηγείται σε πρώτο ρηματικό πρόσωπο (πρωτοπρόσωπη αφήγηση).
   Διακρίνονται δύο παραλλαγές του ομοδιηγητικού αφηγητή: ο αφηγητής-παρατηρητής/θεατής, δηλαδή ο αφηγητής που είναι παρατηρητής/μάρτυρας των συμβάντων της αφήγησης, και ο αφηγητής-πρωταγωνιστής, δηλαδή ο αφηγητής που συμμετέχει στην αφήγηση ως βασικός ήρωας. Όταν μάλιστα αφηγείται σε πρώτο ρηματικό την προσωπική του ιστορία, ονομάζεται ιδιαίτερα «αυτοδιηγητικός αφηγητής».
   Αν ο αφηγητής δεν συμμετέχει καθόλου στην ιστορία που διηγείται ονομάζεται «ετεροδιηγητικός αφηγητής». Στην περίπτωση αυτή ο συγγραφέας αναθέτει την αφήγηση σε πρόσωπο ξένο προς την ιστορία, την οποία παρουσιάζει σε τρίτο πρόσωπο (τριτοπρόσωπη αφήγηση). Ονομάζεται, ιδιαίτερα, «παντογνώστης αφηγητής» (ή «αφηγητής-Θεός») αυτός που βρίσκεται παντού και πάντοτε και γνωρίζει τα πάντα, ακόμα και τις πιο απόκρυφες σκέψεις των προσώπων της αφήγησης.

Η εστίαση

   Με τον όρο «εστίαση» αναφερόμαστε στην απόσταση που παίρνει ο αφηγητής από τα πρόσωπα της αφήγησης. Ο Ζενέτ προτείνει τους ακόλουθους τρεις τύπους εστίασης της τριτοπρόσωπης αφήγησης:

•   Αφήγηση χωρίς εστίαση (ή μηδενική εστίαση): ο αφηγητής γνωρίζει περισσότερα από τα πρόσωπα. Αντιστοιχεί στην αφήγηση με παντογνώστη αφηγητή.
•   Αφήγηση με εσωτερική εστίαση: η αφήγηση παρακολουθεί ένα από τα

πρόσωπα ή ο αφηγητής ξέρει τόσα, όσα και το πρόσωπο από τη σκοπιά του οποίου αφηγείται.


•   Αφήγηση με εξωτερική εστίαση: ο αφηγητής ξέρει λιγότερα από τα πρόσωπα. Στην περίπτωση αυτή ο ήρωας δρα, χωρίς ο αναγνώστης να μπορεί να μάθει τις σκέψεις του (π.χ. αστυνομικά μυθιστορήματα).

O χρόνος της αφήγησης

  Τρεις χρονικές τοποθετήσεις της αφήγησης χρονικά, σε σχέση με την ιστορία, είναι πιθανές: το παρελθόν, το παρόν και το μέλλον. Με βάση αυτά τα χρονικά επίπεδα, η αφήγηση μπορεί να είναι τεσσάρων ειδών:

•   Η μεταγενέστερη αφήγηση. Είναι η πιο συχνή. Διηγούμαστε την ιστορία αφού έχει εξ ολοκλήρου συντελεστεί.

•   Η προγενέστερη αφήγηση, που προηγείται της έναρξης της ιστορίας.

•   Η ταυτόχρονη αφήγηση, της οποίας η εκφώνηση είναι σύγχρονη της ιστορίας.

•   Η παρέμβλητη  αφήγηση, όπου ο αφηγητής διηγείται μαζί με τα γεγονότα που συντελέστηκαν και τις σκέψεις που του έρχονται κατά τη στιγμή της γραφής.

H χρονική σειρά των γεγονότων

  Συχνά ο αφηγητής παραβιάζει την ομαλή χρονική πορεία για να γυρίσει προσωρινά στο παρελθόν ή αφηγείται ένα γεγονός που πρόκειται να διαδραματιστεί αργότερα. Τις παραβιάσεις αυτές τις ονομάζουμε αναχρονίες και τις διακρίνουμε σε:
Αναδρομικές αφηγήσεις / αναδρομές ή αναλήψεις και Πρόδρομες αφηγήσεις ή προλήψεις.
   Αναδρομή είναι η τεχνική κατά την οποία διακόπτεται η κανονική χρονική σειρά των συμβάντων για να εξιστορηθούν γεγονότα του παρελθόντος, ενώ στην πρόληψη ο αφηγητής κάνει λόγο εκ των προτέρων για γεγονότα που θα γίνουν αργότερα.
Άλλες τεχνικές με τις οποίες παραβιάζεται η ομαλή, φυσική χρονική σειρά:

•   In medias res: η λατινική αυτή φράση σημαίνει «στο μέσο των πραγμάτων», δηλαδή στη μέση της υπόθεσης, και αποτελεί μια τεχνική της αφήγησης σύμφωνα με την οποία το νήμα της ιστορίας δεν ξετυλίγεται από την αρχή, αλλά ο αφηγητής αρχίζει την ιστορία από το κρισιμότερο σημείο της πλοκής και, έπειτα, με αναδρομή στο παρελθόν, παρουσιάζονται όσα προηγούνται του σημείου αυτού. Με την τεχνική αυτή διεγείρεται το ενδιαφέρον του αναγνώστη και η αφήγηση δεν γίνεται κουραστική.
•   Εγκιβωτισμός: σε κάθε αφηγηματικό κείμενο υπάρχει μια κύρια αφήγηση που αποτελεί την αρχική ιστορία και υπάρχουν και μικρότερες, δευτερεύουσες αφηγήσεις μέσα στην κύρια αφήγηση που διακόπτουν  την ομαλή ροή του χρόνου. Αυτή η «αφήγηση μέσα στην  αφήγηση»

ονομάζεται εγκιβωτισμένη αφήγηση ή εγκιβωτισμός.


•   Παρέκβαση /παρέμβλητη (εμβόλιμη) αφήγηση: είναι η προσωρινή διακοπή της φυσικής ροής των γεγονότων και η αναφορά σε άλλο θέμα που δεν σχετίζεται άμεσα με την υπόθεση του έργου.

•   Προϊδεασμός /προσήμανση: είναι η ψυχολογική προετοιμασία του αναγνώστη από τον αφηγητή για το τι πρόκειται να ακολουθήσει.

•   Προοικονομία: είναι ο τρόπος με τον οποίο ο συγγραφέας διευθετεί τα γεγονότα και δημιουργεί τις κατάλληλες προϋποθέσεις, ώστε η εξέλιξη της πλοκής να είναι για τον αναγνώστη φυσική και λογική.

Η χρονική διάρκεια

   O χρόνος της αφήγησης έχει τις ακόλουθες σχέσεις με τον χρόνο της ιστορίας, με κριτήριο τη διάρκεια των γεγονότων:
   O χρόνος της αφήγησης μπορεί να είναι μικρότερος από τον χρόνο της ιστορίας, όταν ο αφηγητής  συμπυκνώνει τον χρόνο (συστολή του χρόνου) και παρουσιάζει συνοπτικά (σε μερικές σειρές) γεγονότα που έχουν μεγάλη διάρκεια. Με τον τρόπο αυτό, ο ρυθμός της αφήγησης  επιταχύνεται.

•   Ο χρόνος της αφήγησης μπορεί να είναι μεγαλύτερος από τον χρόνο  της ιστορίας, όταν ο αφηγητής επιμηκύνει τον χρόνο (διαστολή του  χρόνου) και παρουσιάζει αναλυτικά γεγονότα που διαρκούν ελάχιστα. Με τον τρόπο αυτό επιβραδύνεται ο ρυθμός της αφήγησης.

•   Ο χρόνος της αφήγησης είναι ίσος με τον χρόνο της ιστορίας, συνήθως  σε διαλογικές σκηνές.
Για να συντομεύσει τον χρόνο της αφήγησης, ο συγγραφέας χρησιμοποιεί τις ακόλουθες τεχνικές:

•   Επιτάχυνση: παρουσιάζει σύντομα γεγονότα που έχουν μεγάλη διάρκεια.

•   Παράλειψη: κάποια γεγονότα δεν τα αναφέρει καθόλου, επειδή δεν σχετίζονται με την ιστορία.
  Περίληψη: παρουσιάζει συνοπτικά τα ενδιάμεσα γεγονότα.


•  Έλλειψη ή αφηγηματικό κενό: ο αφηγητής παραλείπει ένα τμήμα της  ιστορίας ή κάποια γεγονότα που εννοούνται εύκολα ή δεν συμβάλλουν ουσιαστικά στην πλοκή.

Η τεχνική με την οποία ο συγγραφέας διευρύνει τον χρόνο της αφήγησης είναι:

•  Η επιβράδυνση: γεγονότα που έχουν μικρή διάρκεια στην πραγματικότητα παρουσιάζονται εκτεταμένα στην αφήγηση.

Η χρονική συχνότητα

    Η αφηγηματική συχνότητα καθορίζεται από τη σχέση της εμφάνισης ενός γεγονότος στην ιστορία και της έκθεσής του μέσα στην αφήγηση. Έτσι, μοναδική αφήγηση είναι η αφήγηση αυτού που έγινε μία φορά, επαναληπτική είναι η επανάληψη X φορές αυτού που έγινε μια φορά, θαμιστική είναι αφήγηση μία φορά αυτού που έγινε X φορές και πολύ μοναδική είναι η αφήγηση X φορές αυτού που έγινε X φορές.

Στοιχεία πλοκής –Δραματικά απρόοπτα

   Κάποιο γεγονότα   συμβαίνουν ξαφνικά, χωρίς να το περιμένει ο θεατής και αλλάζουν την πορεία του μύθου.

Αφηγηματικοί τρόποι

   Μέρος των αφηγηματικών τεχνικών ενός κειμένου είναι και οι αφηγηματικοί τρόποι που απαντούν στο ερώτημα «πώς αφηγείται» κάποιος. Θα πρέπει να επισημάνουμε ότι ο όρος αφηγηματικές τεχνικές είναι ευρύτερος και σ’ αυτόν υπάγονται και οι τρόποι με τους οποίους αφηγείται κάποιος και οι οποίοι είναι οι εξής:

•  Έκθεση ή αφήγηση: είναι η παρουσίαση γεγονότων και πράξεων, την οποία ο Πλάτων και ο Αριστοτέλης διέκριναν σε «διήγηση» και «μίμηση». Στη διήγηση ο αφηγητής αφηγείται μια ιστορία με τη δική του φωνή, ενώ στη μίμηση δανείζεται τη φωνή άλλων προσώπων.

•   Διάλογος: είναι τα διαλογικά μέρη σε ευθύ λόγο και σε πρώτο πρόσωπο.

•   Περιγραφή: η αναπαράσταση προσώπων, τόπων, αντικειμένων, η αφήγηση καταστάσεων.

•   Σχόλιο: η παρεμβολή σχολίων, σκέψεων, γνωμών από τον αφηγητή, έξω από τη ροή της αφήγησης, που στοιχειοθετεί, όπως και η περιγραφή, μια επιβράδυνσή της.

•   Ελεύθερος πλάγιος λόγος: η πιστή απόδοση σκέψεων, διαθέσεων ή συναισθημάτων σε γ’ πρόσωπο και σε παρωχημένο χρόνο. To τμήμα αυτό φαίνεται να ανήκει στην καθαρή αφήγηση, στην ουσία όμως εύκολα μετατρέπεται σε ευθύ λόγο.

•   Εσωτερικός μονόλογος: η απόδοση των σκέψεων ή συναισθημάτων σε  α’ πρόσωπο και σε χρόνο ενεστώτα.